ΙΣΤΟΡΙΚΟ

1976 – ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Π.Σ.Α.Π.















  • Έτσι γεννήθηκε ο συνδικαλισμός των ποδοσφαιριστών…

    Είναι αλήθεια ότι ο συνδικαλισμός των ποδοσφαιριστών, άργησε ν’ αναπτυχθεί στην Ελλάδα. Μόλις μετά την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974, άρχισαν δειλά-δειλά, τα πρώτα του βήματα…

    Το στρατιωτικό καθεστώς στη χώρα μας δεν άφησε τον τόπο πίσω μόνο στο κοινωνικό, το πολιτικό και το οικονομικό πεδίο, αλλά και στο αθλητικό, ιδιαίτερα στο ποδοσφαιρικό… Αληθινά, την περίοδο της επταετίας συνέβησαν σημεία και τέρατα. Το άθλημα και ο ποδοσφαιριστής έφτασαν πολύ χαμηλά, ξέπεσαν, ενώ η μάστιγα των δωροδοκιών έπληττε όλο και πιο δυνατά, πιο σκληρά…

    Με στόχο την ικανοποίηση των υλικών του συμφερόντων και με σκοπιμότητα την προσωπική του προβολή, ο κακός διοικητικός παράγοντας, προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί τον ποδοσφαιριστή σε βάρος του αγνού φιλάθλου.

    Είναι σίγουρο ότι αν δεν εμφανιζόταν η δικτατορία, ο Έλληνας ποδοσφαιριστής θα είχε οργανωθεί νωρίτερα. Με ένα αντιλαϊκό καθεστώς δεν μπορούσε να ξεκινήσει ο αγώνας για την εξυγίανση του ποδοσφαίρου και την κατοχύρωση του επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Και φθάσαμε στο καλοκαίρι του 1974, στην απομάκρυνση της χούντας. Από τότε ακριβώς αρχίζει να ξεπηδάει το συνδικαλιστικό κίνημα για να γίνουν όλοι και στην Ελλάδα, σωστοί και συνειδητοί επαγγελματίες ποδοσφαιριστές.

    Έργο δύσκολο, αν λάβουμε υπόψη ότι τα πάντα είχαν διαβρωθεί, ότι κάθε άλλο, παρά ευνοϊκό ήταν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο έπρεπε να παλέψουμε. Πάνω απ’ όλα, ο ποδοσφαιριστής είχε μάθει να κοιτάζει μόνο το σήμερα. Απέναντι στο ποδόσφαιρο, σαν επάγγελμα, είχε γίνει καιροσκόπος “ευκαιριατζής”…

    Αμέσως μετά τη δημιουργία του, ο Π.Σ.Α.Π. ως πρώτους στόχους έβαλε, την εξυγίανση του διαβρωμένου μηχανισμού λειτουργίας του ποδοσφαίρου και τη αφύπνιση του ποδοσφαιριστή. Γιατί και ο ποδοσφαιριστής είναι ένας άνθρωπος με τα δικά του προβλήματα, που πρέπει να αγωνιστεί για την βελτίωση των συνθηκών δουλειάς και ζωής και να εξασφαλίσει το αύριο.

    Με την έναρξη της περιόδου 1974-75, γίνονται οι πρώτες “κινήσεις” ποδοσφαιριστών… Στη Θεσσαλονίκη με τους Αποστολίδη, Σαράφη, Σπυρίδωνα, Κασάπη, Σεντελίδη, Χρηστίδη, Κούδα, στη ζώνη Πάτρας – Ιωαννίνων, με τους Λεβέντη, Μιχαλόπουλο, Παππά, Σιόντη, Βέργο και στην Αθήνα με τους Καμάρα, Παπαϊωάννου, Δομάζο, Αντωνιάδη, Φίλη, Οικονομόπουλο, Κρεμμύδα.

    Απ’ όλους αυτούς αποφασίστηκε να αρχίσει η ενημέρωση – πληροφόρηση όλων των συναδέλφων τους, στα ξενοδοχεία που συναντιόντουσαν οι αποστολές των ομάδων, στις προπονήσεις, στους αγώνες.

    Η ιδέα ωρίμαζε και πλησίασε ο καιρός να γίνει το πρώτο βήμα. Δημιουργήθηκαν δυο χωριστοί Σύνδεσμοι. Αυτός της Μακεδονίας με έδρα την Θεσσαλονίκη και αυτός της Πελοποννήσου – Ηπείρου με έδρα την Πάτρα.

    Οι πρωτεργάτες της Μακεδονίας, οργάνωσαν συγκέντρωση στο “Μακεδονία Παλλάς”, όπου γράφτηκαν 65 μέλη και ορίστηκε Διοικούσα Επιτροπή από τους Κούλη Αποστολίδη, Σταύρο Σαράφη, Νίκο Κασάπη, Άγγελο Σπυρίδωνα και Θωμά Σεντελίδη.

    Ο ΣΑΠΠΗ (Σύνδεσμος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών Πελοποννήσου – Ηπείρου) εγκαταστάθηκε στην Πάτρα (Μουρούζη 51) και αποτελούνταν από παίκτες των ομάδων Παναχαϊκής, ΠΑΣ Γιάννινα, Καλαμάτας, Παναρκαδικού και Πάτρας. Γράφτηκαν στον ΣΑΠΠΗ 69 μέλη.

    Στις 17 Σεπτεμβρίου 1975, ημέρα Τετάρτη, μετά τον αγώνα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Παναθηναϊκού – Τζβικάου Ανατολικής Γερμανίας, έγινε η πρώτη συγκέντρωση εκπροσώπων των ποδοσφαιριστών Πελοποννήσου – Ηπείρου, αναπτύχθηκαν οι σκοποί και οι στόχοι του ΣΑΠΠΗ και ορίσθηκε Διοικούσα Επιτροπή από τους Κώστα Λεβέντη, Ανδρέα Μιχαλόπουλο, Μανώλη Παππά, Γιώργο Σιόντη και Κώστα Βέργο.

    Στη συνέχεια ακολούθησε η δημιουργία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών. Οι Καμάρας, Αποστολίδης, Λεβέντης, αποφάσισαν όπως το Α’ Συνέδριο γίνει στην Πάτρα, 28 Οκτωβρίου, ημέρα Τρίτη, εθνική εορτή όλων των Ελλήνων, στο ξενοδοχείο “Αχαΐα Μπιτς”.

    Την ίδια μέρα προγραμματίστηκαν και δυο αγώνες. Ο ένας μεταξύ των αποδεσμευμένων ποδοσφαιριστών, στους οποίους δεν επιτρέπονταν τότε να μεταγραφούν σε ερασιτεχνικά σωματεία. Το παιχνίδι τους αυτό πήρε χαρακτήρα διαμαρτυρίας, για το άδικο μέτρο και τελικά δικαιώθηκαν.

    Στο δεύτερο παιχνίδι ήταν αντίπαλοι οι επίλεκτοι Βορρά και Νότου, ενώ είχαν προγραμματισθεί τιμητικές διακρίσεις σε βετεράνους για την προσφορά τους στο ελληνικό ποδόσφαιρο (Καμάρα, Δομάζο, Παπαϊωάννου, Χάϊτα και τον παλιό ποδοσφαιριστή της Παναχαϊκής Γκίκα).

    Είναι γνωστό ότι κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται με την αντίδραση, την άρνηση. Γι’ αυτό η Διοικούσα Επιτροπή του ΣΑΠΠΗ, υπεύθυνη για την οργάνωση των εκδηλώσεων είχε πάρει προληπτικά τα μέτρα της…

    Εκπρόσωποι, λοιπόν, του ΣΑΠΠΗ επισκέφθηκαν ένα μήνα πριν, το Δήμαρχο Πάτρας Θόδωρο Άννινο και του πρότειναν οι ποδοσφαιρικοί αγώνες να διεξαχθούν υπό την αιγίδα του. Ο Δήμαρχος δέχθηκε και μάλιστα αθλοθέτησε κύπελλο για τη νικήτρια ομάδα. Ακόμη, ο Θ. Άννινος δήλωσε στους παίκτες ότι θα είναι πάντα κοντά τους, στον αγώνα για την επίτευξη των στόχων του Συνδέσμου.

    Οι Έλληνες ποδοσφαιριστές θα θυμούνται για πάντα τον Δήμαρχο Θόδωρο Άννινο, γι’ αυτή του την ουσιαστική συμπαράσταση.

Ενώ είχε αρχίσει η κινητοποίηση με όλα τα μέσα δημοσιότητας και ακόμη με προκηρύξεις σχετικά με το Α’ Συνέδριο, ήρθε η πρώτη επίσημη αντίδραση… Εκπρόσωπος της ΕΠΟ σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Κώστα Λεβέντη, ζήτησε από τον τελευταίο ή να αναβληθούν οι ποδοσφαιρικοί αγώνες ή να διεξαχθούν στο γήπεδο της Πάτρας και όχι της Παναχαϊκής, με διαιτητή το βοηθό προπονητή της Παναχαϊκής…

Η “υπόδειξη” της ΕΠΟ έγινε μόλις μια βδομάδα πριν από τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις. Ο λόγος; Την επόμενη θα γινόταν το παιχνίδι των Εθνικών ομάδων Ελλάδας – Πολωνίας. Και την προηγούμενη πιθανόν να ζητούσαν οι Πολωνοί το γήπεδο για προπόνηση.

«Δεν αναβάλλονται τα παιχνίδια». Αυτή ήταν η απάντηση προς την ΕΠΟ στην οποία δόθηκαν επίσης οι παρακάτω εξηγήσεις: Ο αγώνας είχε ανακοινωθεί ένα μήνα πριν και θα γινόταν υπό την αιγίδα του Δημάρχου. Είχαν προπωληθεί τα εισιτήρια και είχαν σταλεί προσκλήσεις στις Αρχές της πόλης. Δεν ήταν, λοιπόν, δυνατό να εκφυλιστεί μια εκδήλωση που ίσως είχε καθοριστική σημασία για την πορεία του, βρεφικής τότε, συνδικαλιστικού κινήματος των ποδοσφαιριστών.

Φυσικά – τονίστηκε προς την ΕΠΟ – θα ενημέρωναν οι παίκτες τους Πολωνούς για τον σκοπό της εκδήλωσης και πίστευαν ότι θα βρουν κατανόηση.

Το πρώτο κάλεσμα στο “Αχαΐα Μπιτς” ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Εκατόν πενήντα πέντε ποδοσφαιριστές εκπροσωπώντας όλες σχεδόν τις ομάδες της χώρας μας, μερικοί μάλιστα με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έδωσαν βροντερό παρών στην Πάτρα στις 28 Οκτωβρίου 1975. Σταθμός εκείνη η μέρα… Ελπίδες πολλές απ’ όλες τις μεριές, ότι ο Έλληνας ποδοσφαιριστής μπορεί και πρέπει να συνδικαλιστεί. Άνοιξε ο δρόμος για την ηθική και επαγγελματική αποκατάσταση του Έλληνα ποδοσφαιριστή…

Η 28η Οκτωβρίου 1975, ημέρα Τρίτη, ώρα 12:00. Είναι η ημέρα γέννησης του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΩΝ (Π.Σ.Α.Π.). Έγινε το καταστατικό με τα πρώτα 45 ιδρυτικά μέλη και με τους σκοπούς και στόχους του Συνδέσμου, ορίστηκε προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, μέχρι την ημέρα σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης, όπου θα εκλέγονταν το αιρετό Διοικητικό Συμβούλιο.

Η πρώτη Διοικούσα Επιτροπή του Π.Σ.Α.Π. συγκροτήθηκε από τους Δομάζο, Παπαϊωάννου, Αντωνιάδη, Αποστολίδη, Γκαϊτατζή, Οικονομόπουλο, Λεβέντη. Νομικός σύμβουλος ο Αριστείδης Καμάρας.

Μετά το τέλος των εργασιών του Συνεδρίου, πήγαν όλοι στο γήπεδο της Παναχαϊκής. Εκεί είχε τοποθετηθεί πλακάτ όπου αναφέρονταν: «1975 – Έτος Δημιουργίας Π.Σ.Α.Π.».

Η προσέλευση του κόσμου ήταν συγκινητική. Η παρουσία του Δημάρχου, μια ένεση ελπίδας και συμπαράστασης.

Τις τιμητικές πλακέτες απέμειναν ο Δήμαρχος Πάτρας Θόδωρος Άννινος, ο προπονητής της Εθνικής ομάδας Αλκέτας Παναγούλιας, ο πρόεδρος της Παναχαϊκής, Ευάγγελος Ματσούκης, ο σύμβουλος της ΕΠΟ, Παντ. Ελευθεριώτης και ο γενικός αρχηγός της Παναχαϊκής, Ευστ. Αποστολόπουλος.

Μια βδομάδα αργότερα, έγινε στο δικηγορικό γραφείο του Αριστείδη Καμάρα, η πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Π.Σ.Α.Π.. Κύριο θέμα ήταν το οργανωτικό. Δύο ποδοσφαιριστές από κάθε ομάδα, θα είχαν επαφή με τον Σύνδεσμο και θα αναλάμβαναν την ευθύνη για την οργάνωση και την εγγραφή των συμπαικτών τους.

Όλα αυτά έπρεπε να ολοκληρωθούν μέχρι τον Οκτώβριο του 1976, όπου είχε καθοριστεί η Γενική Συνέλευση για την εκλογή του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του Π.Σ.Α.Π.. Από πλευράς συναδέλφων των ομάδων της Α’ Εθνικής, η ανταπόκριση ήταν καθολική. Δεν συνέβη το ίδιο και από τους συναδέλφους ποδοσφαιριστές των ομάδων της Β’ Εθνικής, με εξαίρεση αυτούς των ομάδων του Λεκανοπεδίου Αττικής και των μεγάλων πόλεων.

Π.Σ.Α.Π.: Είναι η δύναμη του ποδοσφαιριστή

Όταν στην Ευρώπη ο συνδικαλισμός των ποδοσφαιριστών ήταν δύναμη κρούσης και ανυποχώρητων διεκδικήσεων για τους «εργάτες της μπάλας», στην Ελλάδα, η σκέψη για την «σύμπτυξη» των ποδοσφαιριστών σε έναν ενιαίο συνδικαλιστικό φορέα αποτελούσε καινοτομία που χαρακτηρίστηκε «καλοπροαίρετη προσπάθεια», αλλά που ουσιαστικά δεν έπειθε για την εμβέλεια και τις δυνατότητές της.

Σ’ ένα χώρο όπου ο παραγοντισμός είχε βαθιές ρίζες και κρατούσε ένα τεράστιο σύμπλεγμα από ρυθμιστικά νήματα, σ’ ένα άθλημα όπου ο συλλογικός φανατισμός έκλεινε τους διαδρόμους της σκέψης για τη μελέτη οποιουδήποτε προβλήματος γύρω από τα συμφέροντα του κλάδου και σε μια εποχή που παίκτες – στυλοβάτες, ήταν απόλυτα (και εκούσια, ίσως) εξαρτημένοι από τη διοικητική ηγεσία των συλλόγων τους (την εργοδοσία τους στην ουσία), πολύ δύσκολα μπορούσε να μιλήσει με σοβαρότητα κανείς για συνδικαλισμό στα γήπεδα. Για ένα συνδικαλιστικό φορέα, δηλαδή, που δεν θα ήταν απλά σωματείο – σφραγίδα, αλλά όργανο προώθησης και διεκδικήσεων.

Έτσι, η ίδρυση του Π.Σ.Α.Π. (1976) πλαισιώθηκε μεν από μεγάλα ονόματα του ελληνικού ποδοσφαίρου (Δομάζο, Παπαϊωάννου, Καμάρα, Αντωνιάδη, Κούδα, Λεβέντη κ.λ.π.), αλλά το μέλλον του νέου φορέα διαφαινόταν σκοτεινό. Στις τρεις δεκαετίες της πορείας του, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών μπορεί να μην τα πέτυχε όλα όσα οραματιζόταν στο ξεκίνημά του. Κατόρθωσε όμως πολλά θετικά για τον κλάδο των ποδοσφαιριστών, τους οποίους πρώτα απ’ όλα βοήθησε να αποκτήσουν συνδικαλιστική συνείδηση, συναδελφικότητα, καλύτερη αγωνιστική συμπεριφορά, πιο ανθρώπινους όρους άθλησης και αρκετές παροχές – όχι μόνο οικονομικές.
Παράλληλα, η ενεργητικότητα του Συνδέσμου συνετέλεσε αποφασιστικά στην ελαχιστοποίηση της βίας μέσα στους αγωνιστικούς χώρους.

Σήμερα, χάρις στον Π.Σ.Α.Π., αποτελεί λαμπρή γιορτή για τον αθλητισμό η «μέρα του ποδοσφαιριστή». Μία μέρα, κατά την οποία ο συνδικαλισμός τιμά και προβάλλει την προσωπικότητα του Έλληνα ποδοσφαιριστή σαν ανθρώπου, επιστήμονα, οικογενειάρχη, εργαζόμενου.

Μία ημέρα, κατά την οποία «άτυπα» τιμάται κι ο ίδιος ό Σύνδεσμος για τις πραγματικά πολύτιμες δραστηριότητες του και την πολύπλευρη και πολυδιάστατη προσφορά του.